Οι δημόσιες υπηρεσίες, η Αποδοχή και…Καλές Γιορτές!

Την τελευταία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα, αυτή που διανύουμε τώρα δηλαδή, έχω πάντα πολλά τρεχάματα. Όχι πως δεν έχω τον άλλον καιρό, αλλά σ’ αυτή την εβδομάδα χώνω όσα περισσότερα μπορώ, για να ξεκουραστώ την επόμενη και για να ξεκινήσω τη νέα χρονιά με όσο λιγότερες υποχρεώσεις μπορώ.

Με αυτές τις ψευδαισθήσεις λοιπόν, ότι οι δουλειές αν τις στριμώξεις μειώνονται, κι ότι η νέα χρονιά θα είναι πιο ελαφριά, διανύω τη ζωή μου εδώ και μέρες, εδώ και χρόνια.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, η Αποδοχή και…Καλές Γιορτές!

Τον τελευταίο μήνα μεταξύ άλλων, έχω καταταλαιπωρηθεί ξεροσταλιάζοντας σε δημόσιες υπηρεσίες για να διευθετήσω διάφορα θέματά μου. Και προχτές που επιτέλους ξεμπέρδεψα, χαρούμενη κάθομαι στον καναπέ κι εκεί που εξηγούσα στο Γιώργο με ενθουσιασμό ότι τα τέλειωσα και τι έκανα, μου επισημαίνει ένα λάθος.

Ένα λάθος που έκανα σε μία αίτηση.

Κι έτσι πρέπει να ξαναπάω. Δεν ξεμπέρδεψα τελικά.

Και μόλις το συνειδητοποιώ, μπήγω κάτι κλάματα…

Με πιάνει μια απελπισία, ένα παράπονο, γιατί δεν ήθελα να ξαναπάω, γιατί κουράστηκα, ήθελα να τελειώσω, όχι, δεν άντεχα άλλο.

Μάταια να προσπαθεί ο Γιώργος να με ηρεμήσει, εγώ εκεί, να τρέχουν τα δάκρυα βροχή.

Κι από τη μια εκεί που έκλαιγα σκεφτόμουν ότι είμαι υπερβολική, ότι οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ και το ξέρω, ότι δε χρειάζεται να το παίρνω τόσο βαριά.

Κι απ’ την άλλη ένιωθα να θέλω να ανοίξει μια τρύπα και να με καταπιεί, και να μη βγω ποτέ πια ξανά στο φως, να ησυχάσω από όλα, να ηρεμήσω, να μείνω αθόρυβη κι ακίνητη.

Και μετά θύμωνα με τον εαυτό μου που μεγαλοποιώ τόσο ένα γεγονός σαν κι αυτό, έλεγα, εντάξει, θα ξαναπάς μια μέρα, όποτε μπορέσεις, να ακυρώσεις την αίτηση, δεν πειράζει, ας είναι από τη νέα χρονιά, δεν έγινε και τίποτα, κάτσε τώρα, πως κάνεις έτσι.

Αλλά βέβαια δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν κι όλα τα άλλα μαζί, οι ατέλειωτες καθημερινές λίστες με αυτά που πρέπει να γίνουν, που όλο μεγαλώνουν και ποτέ δε μικραίνουν, και η ανάγκη μου να τα ελέγχω όλα και να μην αφήνομαι, να ξεχάσω και κάτι βρε αδερφέ, έλεος, δε θα σε κακοχαρακτηρίσει κανείς.

Και μετά πάλι νευρίασα που έκανα το λάθος, που βιαστικά συμπλήρωσα την αίτηση κι έγραψα εκείνη τη λέξη. Βιαστικά, για να ξεμπερδεύω. Αλλά τι να λέμε…Αν δεν πάω να ζήσω στο βουνό, αποκομμένη απ’ όλους και απ’ όλα, δεν ξεμπερδεύεις ποτέ μ’ αυτά…

Κι εκεί που έκλαιγα, σκεφτόμουν ότι έχω και τα δώρα, πότε θα προλάβω να τα ετοιμάσω, κι είναι και η γιορτή του σχολείου που έχει τρέξιμο –είμαι και Πρόεδρος του ΔΣ πανάθεμά με-, κι απ’ το Γενάρη έχω και πολύ διάβασμα –καινούρια ξεκινήματα…-, και τι ρούχα να βάλω που είναι όλα άπλυτα και όπως έχω ξαναπεί δε μου χωράει ακόμα τίποτα απ’ τα παλιά, και με το μαγείρεμα τι θα γίνει? Ωχ και το Σούπερ Μάρκετ? Κι έχω να πάρω και δώρο για το πάρτυ…

Ε ναι, έκανα το κλασικό λάθος που κάνουμε όλοι μας, να τα σκέφτομαι όλα μαζί.

Τον τελευταίο χρόνο μου συνέβησαν τόσα πολλά. Ήταν αδιαμφισβήτητα η πιο σημαντική και δύσκολη χρονιά της ζωής μου. Κι έχω αλλάξει, το βλέπω, πολύ. Αλλά έχω ακόμα δρόμο.

Κι αυτός ο δρόμος έχει και πισωγυρίσματα, έχει και κλάματα, και απογοητεύσεις, και δεύτερες σκέψεις ,και τρικλοποδιές κι απ’ όλα.

Κι εκεί που νομίζεις ότι κάτι το ‘χεις λύσει, κι έχεις προχωρήσει μπροστά, νάτο τσουπ σου ξαναεμφανίζεται και σου χαλάει την εικόνα που είχες φτιάξει για τον εαυτό σου.

Αλλά η αλήθεια είναι, κάτι που το ξέρω καλά κι ας μην το καταφέρνω πάντα, πως ό,τι εικόνα κι αν έχουμε για τον εαυτό μας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση.

Γιατί η μόνη αλήθεια που υπάρχει είναι το Τώρα, είναι η κάθε μικρή στιγμή της μέρας, και το πώς την αντιμετωπίζεις.

Και η μεγαλύτερη λέξη της χρονιάς που τελειώνει, είναι η Αποδοχή.

Αποδέχομαι τη στιγμή όπως είναι.

Αποδέχομαι τον εαυτό μου που έγραψε τη λάθος λέξη στην αίτηση.

Αποδέχομαι το κλάμα μου, τα στραβά μου και τα παράπονά μου.

Αποδέχομαι τη διαδρομή που επέλεξε να κάνει το γλυκό μου, το δεύτερό μου το παιδί.

Αποδέχομαι τον Χρήστο μου και τότε, μόνο τότε του επιτρέπω να υπάρχει.

Αποδέχομαι τον σύντροφό μου και τον αγκαλιάζω ακόμη και στις πιο σκοτεινές του στιγμές. Όπως κάνει και αυτός.

Αποδέχομαι, δεν κριτικάρω, δεν κοντράρω, κατανοώ, συμπαρίσταμαι, αγκαλιάζω τη Μαρία.

Που την κοιτάζω στον καθρέφτη και δεν την αναγνωρίζω πια.

Είναι μια καινούρια ύπαρξη, που τώρα αρχίζω να την μαθαίνω.

Και ναι, έχω πολύ δρόμο ακόμα.

Αλλά κι αυτόν τον αποδέχομαι, ό,τι κι αν φέρει.

Προσμένω με χαρά τα Χριστούγεννα, που θα με ενώσουν με αγαπημένα πρόσωπα, και που για λίγες μέρες θα με απαλλάξουν από τις λίστες μου.

Προσμένω και αποδέχομαι το σώμα μου, τον πόνο μου, και καμαρώνω τη χαρά, τη δύναμη και τις ευαισθησίες μου.

Θα ξαναπάω στην υπηρεσία, κι ό,τι γίνει. Θα προσπαθήσω να διορθώσω το λάθος, θα πάρω κι έναν χριστουγεννιάτικο καφέ στο χέρι, κι αν δεν ξεμπερδέψω κι αυτή τη φορά, ο νέος  χρόνος έχει κοτζάμ 365 μέρες… και μέσα σ’ αυτές χωράνε και υπηρεσίες, και πλυντήρια, και γέλια, και εκδρομές, και χουζουρέματα, και δύσκολα πρωινά ξυπνήματα, και κρασιά, και αγκαλιές, και τραγούδια κι απ’ όλα…

Όμως τώρα είναι Χριστούγεννα.

Ώρα να χαλαρώσεις και να απολαύσεις Μαρία… Το αξίζεις αυτή τη χρονιά, περισσότερο από ποτέ.

Καλές και Χαρούμενες Γιορτές να ‘χουμε, όλοι!

 

Πάρτε στα σοβαρά τις μικρές απώλειες

«Πάρτε στα σοβαρά τις μικρές απώλειες», γράφει ο R. Neimeyer στο βιβλίο του «Ν’ αγαπάς και να χάνεις». Έπεσα πάνω σ’ αυτή τη φράση και μου άρεσε πολύ, γιατί οι μικρές απώλειες σε προετοιμάζουν για τις μεγάλες, σε εξασκούν, ενώ παράλληλα σε συνδέουν με τα αληθινά σου συναισθήματα, που χάνονται μέσα στη ροή της καθημερινότητας.

Θυμήθηκα χτες αυτή την ατάκα, εκεί που έκανα γιόγκα, κι είχα κλειστά τα μάτια και ξαφνικά μπροστά μου είδα το πατρικό μου. Τους καναπέδες, τα δωμάτια, τις σκιές και τα σκοτάδια, τα ντουλάπια και τις μικρές γωνιές. Και μ’ έπιασε μια θλίψη βαθιά, κι άρχισαν τα δάκρυα να τρέχουν γοργά, γιατί οι γονείς μου το νοίκιασαν, κι εγώ δεν πρόλαβα να του πω γεια.

Είχα κάνει πριν καιρό εκεί έναν αποχαιρετισμό στην παιδική μου ηλικία, αλλά το ίδιο το σπίτι δεν πίστευα ποτέ πως θα το έχανα. Και τώρα, που είναι βαμμένο κι έτοιμο να υποδεχτεί τους νέους του κατοίκους, που τα έπιπλα δεν είναι πια εκεί, που είναι ένα άλλο σπίτι, κι όχι το παιδικό μου, πονάω που το έχασα. Και που δεν το χαιρέτησα, ενώ πολλές φορές σκέφτηκα να πάω να το δω όπως ήταν, για μια τελευταία φορά. Αλλά δεν πήγα. Δε βρήκα  τη δύναμη.

Πάρτε στα σοβαρά τις μικρές απώλειες

Στο σπίτι μου το τωρινό, ο Άγιος Βασίλης ο πλαστικός μου θυμίζει πάντα τα δικά μου παιδικά Χριστούγεννα. Και τον έχει κι ο Χρήστος τώρα πια, και μέσα απ’ αυτόν ενώνονται για λίγο οι παιδικές μας ηλικίες, και γινόμαστε ίδιοι μαμά και γιος, και γινόμαστε για λίγο ένα.

Τον έβγαλα φωτογραφία συγκινημένη, και τον ακούω να μου λέει: «Το σπίτι σου το παιδικό είναι πάντα εδώ, μες στο καινούριο σου το σπίτι, και μέσα στην καρδιά σου. Δε βάφτηκε, δεν άδειασε, όχι, δε μένουν άλλοι, λάθος. Το σπίτι σου το κουβαλάς παντού, είσαι εσύ, μαζί με άλλα πολλά, είσαι και αυτό. Μην το αποχαιρετάς, γιατί δεν έφυγε ποτέ».

Χαμογελώ και τον ευχαριστώ τον παιδικό μου τον Άγιο Βασίλη που με καθησυχάζει. Αλλά η ψυχή μου άλλα μου λέει. Της λείπει πολύ εκείνο το σπίτι, ίσως της λείπουν κι αυτά που δεν έζησε εκεί, ή κι αυτά που θα ήθελε να ζήσει αλλιώς. Και σίγουρα της λείπει και η αγαπημένη μου Γιωργή…

Στο καλό αγαπημένο μου, μελαγχολικό μου σπίτι. Εγώ νιώθω πως έφυγες για πάντα. Και πονάω πολύ, γιατί ξέρω πως δε σε χόρτασα. Ίσως θα ‘θελα να ‘σαι πάντα εκεί, το καταφύγιό μου στα δύσκολα, στα ζόρια μου και στις δειλίες μου, να χώνομαι μέσα σου, να κλείνω πατζούρια και να μη βλέπω κανέναν.

Αλλά δεν υπάρχεις πια.

Κι εγώ πρέπει τώρα να μεγαλώσω για τα καλά.

Τα σοκοφρετάκια του παππού και της γιαγιάς

Είναι μικρά, ατομικά, ακουμπισμένα σε περίοπτη θέση στο τραπέζι του σαλονιού.

Κάθε φορά που μπαίνουμε στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, ο Χρήστος τρέχει προς τα ‘κει.

Αφού αρπάζει όσα περισσότερα χωρούν οι μικρές του χούφτες, φωνάζει με ενθουσιασμό:

«Σοκοφρετάκια γιαγιά! Να τα φάμε τώρα!»

Τα σοκοφρετάκια του παππού και της γιαγιάς

Ε, και μετά ξεκινάει η μεγάλη διαπραγμάτευση:

«Όχι δεν θα τα φας τώρα, θα φάμε πρώτα φαγητό και μετά»,

«Δεν θα φας 3, θα φας μόνο 1 γιατί και το πρωί έφαγες 2 μπισκότα»,

και όλα αυτά τα σχετικά που τα ξέρουμε και τα έχουμε πει χιλιάδες φορές.

Και ανάμεσα στις σκληρές διαπραγματεύσεις, να πετάγεται και η γιαγιά και να λέει:

«Άστο το παιδί να τα φάει, αφού τα θέλει, δεν τρώει καθόλου γλυκά, χρειάζεται και το γλυκό».

Κι εγώ να γίνομαι ταύρος, γιατί δεν τη συμπαθώ τη ζάχαρη, και δεν τρώμε και επεξεργασμένα, και νευριάζω και με τη μάνα μου, και ενώ γίνεται όλος αυτός ο σαματάς ο Χρήστος έχει ήδη φάει το πρώτο σοκοφρετάκι κι ανοίγει και το δεύτερο, αφήνοντας εμένα και τη γιαγιά να συνεχίζουμε απτόητες τις διαπραγματεύσεις ενώ αυτός χαμογελά με δόντια καφέ από τη σοκολάτα.

Όταν όμως αντίκρυσα το σοκολατένιο χαμόγελο του παιδιού μου,  και με τι χαρά άνοιγε το περιτύλιγμα για να το φάει, θυμήθηκα εμένα.

Εμένα όταν ήμουν παιδί, και άνοιγα το δικό μου περιτύλιγμα από το παγωτό-πύραυλο που μου αγόραζε ο παππούς μου κάθε απόγευμα τα καλοκαίρια στο χωριό. Αυτό το παγωτό που η μαμά σπάνια μου έπαιρνε «γιατί έχει πολλή ζάχαρη και συντηρητικά».

Και πώς το περίμενα εκείνο το παγωτό… Το ξετύλιγα σιγά-σιγά, με προσοχή, και σίγουρα τα μάτια μου έλαμπαν, ακόμα τα θυμάμαι να καίνε από τη χαρά μου.

Κι ακόμα και τώρα όποτε βλέπω παιδάκι να κρατά πύραυλο στα χέρια του, τα μάτια μου καίνε από χαρά, χαίρομαι τόσο για το παιδάκι, χαίρομαι και για μένα που έζησα τόσο όμορφες στιγμές δίπλα στον δικό μου παππού και στη δική μου γιαγιά.

Οι διαπραγματεύσεις αναβλήθηκαν για αργότερα μιας και δεν καταλήξαμε σε συμφωνία, κι έτσι μουδιασμένες κάτσαμε μαμά και κόρη στο τραπέζι να φάμε. Έχοντας ζωντανή μες στο μυαλό μου την ανάμνηση του παππού μου, το παγωτό της παιδικής μου ηλικίας και κοιτώντας τώρα το παιδί μου να γελάει δίπλα στον δικό του παππού και στη δική του τη γιαγιά, έσκασα ένα μεγάλο χαμόγελο στα ξαφνικά.

Κι αποφάσισα να χαλαρώσω.

Και να αφήσω το παιδί μου να χτίσει τη δική του σχέση με τον παππού και τη γιαγιά του.

Μια σχέση διαφορετική από αυτή του γονιού με το παιδί.

Με μια άλλη επικοινωνία, με άλλους κώδικες και κανόνες.

Είναι η δική τους, μοναδική σχέση.

Μια σχέση που εμπεριέχει σοκοφρετάκια, και παγωτά-πύραυλους, και μπισκοτάκια, και απρόσμενα δωράκια, και σοκολατάκια:

Μια σχέση χωρίς άγχος, γεμάτη ζάχαρη, γεμάτη γλύκα.

Εγώ την έζησα αυτή τη σχέση, και θέλω πολύ να τη ζήσει και το παιδί μου.

Φεύγοντας το απόγευμα από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς, άρπαξα ένα σοκοφρετάκι από το τραπέζι, το έφαγα, και με γεμάτο το στόμα είπα στο μικρό μου Χρήστο:

«Πωπώ είναι πολύ νόστιμα, είχες δίκιο που ήθελες να τα φας!»

Ο Χρήστος χοροπήδησε απ’ τη χαρά του, κι άρπαξε κι αυτός να φάει ένα τελευταίο.

«Να τα αφήσεις εκεί στο τραπέζι να ερχόμαστε να τρώμε», είπα στη μάνα μου λίγο πριν κλείσω την πόρτα.

Κι ανταλλάξαμε δύο φωτεινά χαμόγελα, κηρύττοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο το τέλος των διαπραγματεύσεων.

(Αυτό το κείμενό μου πρωτοδημοσιεύθηκε εδώ)