Παλεύοντας με τα κύματα

Από μικρό παιδί παίρνω βραβείο στα δερματικά: ακμή, εκζέματα, δερματίτιδες, σπυράκια κάθε λογής κάνουν πάρτι πάνω μου.

Κι αν μου ζητούσατε να περιγράψω τη ζωή μου με μια λέξη, αυτή άνετα θα ήταν η λέξη: αλοιφή.

Το τι αλοιφή έχω βάλει πάνω μου δε λέγεται… Και μια βλέπω βελτίωση, και μια όχι.

Γιατί οι αλοιφές γιατρεύουν το σύμπτωμα, αλλά όχι την αιτία.

Γιατί η αιτία των δερματικών μου –τώρα πια το ξέρω καλά- είναι βαθύτερη.

Κάθε σπυράκι μου είναι τα λόγια που δεν τόλμησα να πω.

Κάθε έκζεμα είναι η ψυχολογική φόρτιση από ανθρώπους και καταστάσεις που με πνίγουν.

Οι κοκκινίλες στα μάγουλά μου είναι τα δάκρυα που δεν άφησα να βγουν.

Τα γδαρμένα μου χέρια κουβαλάνε τις χιλιάδες ενοχές μου.

Και οι δερματίτιδες είναι η φωνή του εξουθενωμένου από το άγχος κορμιού μου.

Πόσα χρόνια βαδίζω παρέα με τα δερματικά…  Μου κρατάνε συντροφιά κάθε ώρα, και κάθε στιγμή.

Είναι πάντα εδώ, τα βλέπω στα χέρια μου, τα βλέπω στο γυμνό μου σώμα, στο κεφάλι μου.

Και δεν πρόκειται να φύγουν, αν δε με κάνουν να καταλάβω.

Πως πρέπει να προσπαθήσω πιο πολύ για να αλλάξω.

Πως έχω δρόμο ακόμα για να καταφέρω να μην επηρεάζομαι από την τοξικότητα γύρω μου.

Είμαι πολύ ευαίσθητη. Το διαισθανόμουν χρόνια, αλλά τώρα μου το λένε κι άλλοι, ειδικοί.

Κι είναι δύσκολο να βάλω όρια σε τι επιτρέπω να υπάρχει στη ζωή μου και τι όχι.

Παλεύοντας με τα κύματα

Είμαι πολύ καλύτερα από παλιότερα, το βλέπω.

Αλλά όσο πιο πολύ περπατάω πάνω στο δρόμο που θα με οδηγήσει στην αυτογνωσία και στην απελευθέρωση από δεσμά αιώνων, από πρότυπα και στερεότυπα που έχουν περάσει στο DNA μας, τόσο πιο πολύ χαίρομαι, αλλά και τόσο πιο πολύ πονάω.

Γιατί δεν είναι εύκολη η αλλαγή.

Όλοι και όλα σου πάνε κόντρα.

Δεν είναι αποδεκτό από την κοινωνία μας μια γυναίκα να αλλάξει.

Να ορθώσει ανάστημα σε ό,τι την καταπιέζει.

Να αλλάξει συνήθειες.

Να κάνει επιλογές που δεν κάνουν οι γύρω της.

Να μην έχει εξαρτήσεις.

Να είναι διαφορετική.

Είναι μοναχικός ο δρόμος…

Ευτυχώς που έχω στήριξη από κάποια άτομα δικά μου. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα εντελώς μόνη.

Αλλά ας μη γελιόμαστε. Οι γυναίκες έχουμε πολύ δρόμο ακόμα να διανύσουμε.

Τα δερματικά μου, είναι πάντα εδώ.

Δεν ξέρω αν θα φύγουν ποτέ, πάντως τώρα είναι εδώ, και μου δείχνουν ότι έχω ακόμα πολλή δουλειά.

Προσπαθώ να γιατρευτώ. Να αγγίξω την ψυχή μου, να ακούσω το κορμί μου.

Προσπαθώ. Αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα…

Και πονάω πολύ. Γιατί θα ‘θελα να ‘ναι πιο εύκολο.

Αλλά πώς να αλλάξεις συνήθειες και καταγραφές χρόνων και αιώνων, μέσα σε λίγο καιρό…

Θα πάρει χρόνια.

Κι όπου φτάσω.

Αλλά ας πάρω μια ανάσα…

Κι ας κλείσω για λίγο τα μάτια.

Τώρα πια μπορώ και ακούω την ησυχία.

Μπορώ να ζω και στα κενά, στην απραξία.

Μπορώ να ζω εκεί που είναι όλες οι απαντήσεις.

Ξανανοίγω τα μάτια μου.

Νιώθω τόσο αδύναμη, αλλά και τόσο δυνατή.

Είμαι συγκινημένη.

Γιατί μόλις σκέφτηκα πως όσο μακρύς και να ‘ναι ο δρόμος, έχω ήδη κατακτήσει κάτι πολύ σπουδαίο:

Να παλεύω χρόνια τώρα με τα κύματα, χωρίς να ‘χω πνιγεί ακόμη.

Τη μέρα που ούρλιαζα μες στο αμάξι

Πριν μερικούς μήνες συνάντησα τυχαία στο δρόμο έναν φίλο μου που αγαπώ πολύ κι είχα καιρό να δω. Αφού αγκαλιαστήκαμε και ανταλλάξαμε τηλέφωνα και λόγια ζεστά, μπήκα στο αυτοκίνητο να γυρίσω σπίτι.

Ήμουν μόνη μου στο αμάξι, και τόσο, μα τόσο χαρούμενη από αυτή τη συνάντηση, που ένιωθα την καρδιά μου έτοιμη να σπάσει.

Δεν ήξερα τι να κάνω με όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα. Καθισμένη μέσα στο αμάξι, ακινητοποιημένη στην κίνηση, ένιωθα πραγματικά εγκλωβισμένη. Πού να διοχετεύσω τη χαρά μου; Να τρέξω δεν μπορώ, να χορέψω δεν μπορώ, αχ τι θα μπορούσα να κάνω;

Τη μέρα που ούρλιαζα μες στο αμάξι

Κι έτσι ξαφνικά, το βρήκα: Θα ανοίξω το στόμα μου, κι ό,τι βγει! Θα αφήσω τη φωνή μου βγάλει προς τα έξω ό,τι νιώθει η ψυχή μου, να βγάλει έξω τη χαρά που ‘ναι κλεισμένη μες στο κορμί μου.

Άνοιξα λοιπόν το στόμα μου διάπλατα, αφέθηκα, και το άφησα να πει και να βγάλει ό,τι ένιωθε, ό,τι ήθελε.

Κι άρχισα να ουρλιάζω. Άναρθρες κραυγές έβγαιναν από μέσα μου, ήχοι πρωτάκουστοι για μένα, ήχοι πρωτόγονοι. Τους άκουγα για πρώτη φορά.

Δεν δείλιασα, συνέχισα. Ένιωθα πως θέλω κι άλλο, πολύ ακόμα.

Κι άλλα ουρλιαχτά, κι άλλες φωνές που δε μοιάζανε δικές μου άρχισαν να γεμίζουν το χώρο γύρω μου.

Δεν μπορούσα να σταματήσω γιατί ήταν πολλές οι φωνές που είχαν εγκλωβιστεί μέσα μου, για χρόνια.

Και τότε κατάλαβα.

Δε φώναζα μόνο απ’ τη χαρά μου που είδα τον φίλο μου μετά από καιρό.

Αυτή ήταν η πρώτη φωνή. Που έδωσε το χέρι της στις επόμενες να βγουν, αυτές που σιωπούσαν μέσα μου για χρόνια.

Κι έτσι άκουσα το ουρλιαχτό της χαράς όταν γέννησα που ντρεπόμουν τότε τον γιατρό μου και τους νοσοκόμους και το ‘κλεισα μέσα μου.

Άκουσα και το ουρλιαχτό του θυμού μου για τα λάθη άλλων που με πλήγωσαν βαθιά.

Μετά άκουσα και το ουρλιαχτό της εξάντλησης από το μεγάλωμα ενός παιδιού που χρειάζεται τόσα πολλά κι εγώ δεν έχω πάντα να τα δώσω.

Και τέλος άκουσα και το ουρλιαχτό του ενθουσιασμού που δεν ήταν δικό μου, αλλά ήταν του κορμιού μου που το έκανε για να με ευχαριστήσει γιατί επιτέλους το ξαλάφρωσα.

Πόσα συναισθήματα χώνουμε μέσα μας, από μικρά παιδιά, γιατί δεν είναι πρέπον να φωνάζουμε, δεν είναι πρέπον να ουρλιάζουμε, ή να χοροπηδάμε σαν κατσίκια.

Έχω υπάρξει πολύ ντροπαλή για χρόνια, και κάνω αγώνα τον τελευταίο καιρό να γίνω πιο αυθόρμητη, πιο αληθινή, πιο αυθεντική.

Παλεύω να αφεθώ, όπου και όποτε μπορώ, για να με γνωρίσω καλύτερα, αλλά και για να έρθω σε πιο ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους γύρω μου.

Οι φωνές, τα ουρλιαχτά στο αυτοκίνητο μετά από λίγο σταμάτησαν. Και όσο κι αν μοιάζει περίεργο, ενώ άδειασα τόσα πολλά από μέσα μου, ένιωθα πιο γεμάτη και πιο πλήρης από ποτέ.

Συνέχισα να οδηγώ. Μα ο δρόμος μπροστά μου δεν ήταν δρόμος πια, αλλά ένα ποτάμι.

Κι εγώ κολυμπούσα μέσα του, απελευθερωμένη. Πανευτυχής.

Μην κλαις, του είπαν. Και τότε το μικρό παιδί…

«Μην κλαις», του είπαν.

Και το μικρό παιδί σταμάτησε να κλαίει.

Πάτησε το κουμπί που κλείνει τα δάκρυα, και στάθηκε σιωπηλό.

Με τη λύπη του να ριζώνει μέσα του βαθιά.

Το άκουσε πολλές φορές αυτό το «Μην κλαις».

Ώσπου ξέχασε πως είναι να κλαις.

Και μεγάλωσε.

Κι όποτε πονούσε, ή θυμόταν τους ανθρώπους που φύγαν από κοντά του, σώπαινε.

Και μελαγχολούσε, και σκοτείνιαζε το βλέμμα.

Αλλά ούτε ένα δάκρυ.

Είχε ξεχάσει να κλαίει, δεν ήξερε πώς, δεν έμαθε ποτέ.

Κι ο πόνος ρίζωνε όλο και πιο βαθιά.

Γιατί τα δάκρυα απαλύνουν τον πόνο, τον μικραίνουν: Τα δάκρυα λυτρώνουν.

Μην κλαις, του είπαν. Και τότε το μικρό παιδί...

Αλλά δεν μάθαμε να κλαίμε, δε μας αφήσανε.

Κι έτσι τριγυρνάμε στη ζωή, όπως αυτό το μικρό παιδί, λυπημένοι, αλλά χωρίς δάκρυα.

Εγώ παλεύω να βρω τον τρόπο να μάθω να κλαίω, να μην καταπιέζομαι, να μην ντρέπομαι, να μην πνίγω τα δάκρυά μου, όπου βρεθώ, όποτε κι αν μου ‘ρθει, να τ’ αφήνω να κυλήσουν. Όσα θέλουν, για όσο θέλουν.

Κι αυτό προσπαθώ να κάνω και με το παιδί μου. Όταν κλαίει, το παρηγορώ, του σκουπίζω τα δάκρυα, αλλά το αφήνω να κλάψει.

Για να μάθει να κλαίει.

Γιατί το κλάμα το χρειαζόμαστε όλοι μας.

Το χρειάζεται το σώμα, το χρειάζεται η ψυχή μας.

Το κλάμα είναι μια αγκαλιά. Που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας.

Είναι παρηγοριά και λύτρωση.

Ζωή χωρίς κλάμα δεν υπάρχει.

Ας δώσουμε στον εαυτό μας και στα παιδιά μας ένα μεγάλο δώρο:

Ας μάθουμε να κλαίμε.

Κι ας ξαναγεννηθούμε κλαίγοντας. Όπως τότε, όταν βγήκαμε απ’ την κοιλιά της μάνας μας.