Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Βρέθηκα πριν λίγες μέρες στην αίθουσα αναμονής ενός ιατρείου. Επειδή θα περίμενα για πολλή ώρα, πήρα να διαβάσω ένα γυναικείο περιοδικό μόδας που ήταν ακουμπισμένο στο τραπεζάκι.

Άρχισα να ξεφυλλίζω αργά-αργά τις σελίδες.

Σε κάθε σελίδα ξυπνούσαν αναμνήσεις, κι είδα όλα αυτά που κοιτούσα από μικρό παιδί, τότε που ρουφούσα τα μηνύματα και τα κρυφά νοήματα χωρίς να ξέρω πόσο πολύ θα με πλήγωναν.

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Πόσα χρόνια είχα να πιάσω ένα τέτοιο περιοδικό στα χέρια μου…

Όμως στην εφηβεία μου τα ξεκοκάλιζα. Θυμάμαι για ώρες που καθόμουν και τα διάβαζα, λάτρευα τη μόδα και παρακολουθούσα τις τάσεις με μανία. Μου άρεσαν κυρίως τα ατίθασα ρούχα και μαλλιά, περίεργοι συνδυασμοί που ξεπερνούσαν αυτά που είχε συνηθίσει το μάτι.

Και διάβαζα. Διάβαζα τα άρθρα για ομορφιά, για μαλλιά, για το σώμα. Δεν τα πολυακολουθούσα η αλήθεια είναι, ήμουν πάντοτε πιο πολύ αγοροκόριτσο παρά κοκέτα, αλλά μου άρεσαν, κι ότι μου ταίριαζε το υιοθετούσα: φορούσα περίεργα αρώματα, πολύχρωμα ρούχα, και διένυα την νεότητά μου άλλοτε με θάρρος κι άλλοτε με δειλία. Κυρίως με δειλία.

Θυμάμαι που κοιτούσα και για ώρες το σώμα μου στον καθρέφτη. Ποτέ δε μου άρεσε αυτό που έβλεπα. Θυμάμαι τις δίαιτες, και τις ανασφάλειες, και τις διατροφικές διαταραχές, και τα ατέλειωτα σκοτεινά βράδια να σκέφτομαι τα αγόρια που αγαπούσα και που δε θα μ’ αγαπούσαν ποτέ αν δεν έχανα 10 κιλά, και δεν είχα πιο μικρή μύτη, και δεν περπατούσα πιο αγέρωχα, και πιο καμαρωτά.

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Και πονάω για εκείνα τα χαμένα χρόνια. Πονάω για τις στιγμές που δεν έζησα με γέλιο, αλλά με πόνο. Πονάω για τα θλιμμένα μάτια μου που ποτέ δεν έμεναν ικανοποιημένα από μένα. Πονάω για τον ατέλειωτο πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη το σώμα μου, το καημένο μου το σώμα, και για τη χαρά που έχασα, για τη χαρά που δεν έζησα.

Και θυμώνω για αυτή τη βιομηχανία που προβάλλει τα λαμπερά κάτασπρα χαμόγελα, τα σαρκώδη χείλη, τις αισθησιακές πόζες, τα γυμνά κορμιά που φωνάζουν σεξ κι όχι ομορφιά, όχι μητρότητα, όχι γαλήνη. Θυμώνω για αυτά τα περιοδικά που ακόμα και σήμερα, τώρα πια το βλέπω καθαρά, προωθούν κάτι ψεύτικο, κάτι που δεν θ’ αγγίξουμε ποτέ εμείς οι γυναίκες, γιατί είναι κάτι που δεν είμαστε εμείς, γιατί εμείς είμαστε πιο άξιες, και πιο σημαντικές, και πιο ικανές, και πιο υπέροχες από 2 στεγνά πόδια κι ένα λάγνο βλέμμα.

Εγώ ξύπνησα κάπου εκεί στα 30 μου χρόνια. Και κατάλαβα πόσο μακριά από την ανθρώπινη ψυχή, από την ουσία της ζωής, από την αληθινή και πηγαία ομορφιά είναι όλα αυτά.

Και κατάλαβα πως η βιομηχανία της λάμψης πατάει πάνω στη γυναικεία ανασφάλεια, στην  ανάγκη μας να αρέσουμε και να είμαστε όμορφες, για να μας διαλύσει. Για να μας πάρει όλα μας τα λεφτά, και να μας κάνει κάποιες άλλες, να μας κάνει κινούμενα κορμιά χωρίς ζωή, χωρίς ψυχή.

Οι εικόνες αυτές είναι παντού, και μας κατακλύζουν, και περνάνε στο υποσυνείδητο άθελά μας, και μετά ό,τι και να δούμε στον καθρέφτη μας, πρόσωπο, στήθος, μπούτια, κοιλιά, ποτέ δεν είναι αρκετά καλά. Δεν είναι εύκολο να τις αποκλείσουμε απ’ τη ζωή μας, αλλά μπορούμε να τις αγνοούμε όσο πιο συχνά γίνεται. Όταν βλέπουμε πολλή χρυσόσκονη και λάγνα χείλια να στρέφουμε το βλέμμα μας αλλού.

Και να ανοίγουμε τα μάτια στην αληθινή ομορφιά:

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Όταν βλέπεις χρυσόσκονη, γύρνα το βλέμμα σου αλλού

Αυτές είναι φωτογραφίες της Jade Beall, μιας Αμερικανίδας που φωτογραφίζει αληθινές κι υπέροχες μητέρες σαν εμάς. Εμένα με βοηθούν πολύ αυτές οι εικόνες, γιατί σε αυτές αντικρύζω και το δικό μου σώμα, και δε νιώθω πια μόνη. Βλέπω πως δεν είμαι μόνο εγώ που δεν έχω τέλειες γραμμώσεις, ή τέλεια δόντια, αλλά είμαστε πολλές, κι είμαστε τόσο μοναδικές μέσα στην αυθεντικότητά μας…

Υπάρχει σήμερα ένα παγκόσμιο κίνημα που υποστηρίζει και προωθεί την αυθεντική και πηγαία γυναικεία υπόσταση. Ας ταχθούμε με αυτό το κίνημα, κι ας αγνοήσουμε τις λαμπερές, τις ψεύτικες καρικατούρες που μας γέμιζαν τύψεις και πόνο τόσα χρόνια…

Ας στρέψουμε το βλέμμα στην αλήθεια, για να βρούμε τη δική μας αλήθεια ξανά.

Συμφωνείτε;

Το ξέχασα το σώμα μου

Καημένο μου σώμα.

Πόσα έχεις αντέξει.

Πόσες εξαντλητικές δίαιτες στην εφηβεία.

Πόση απαξίωση από μένα την ίδια.

Πόσα βλέμματα γεμάτα απογοήτευση, και θυμό, και λύπη βαθιά.

Και πόσα φαγητά που δε σου αρέσουν. Που όμως τα δέχεσαι και τα καταπίνεις με θλίψη, σιωπηλά.

Και πόσες κινήσεις και στάσεις που σε ταλαιπωρούν.

Όσο αντέχεις, τα δέχεσαι όλα. Κι έχεις πολλές αντοχές.

Το ξέχασα το σώμα μου

Δέχεσαι αγόγγυστα όλα μου τα συναισθήματα.

Το άγχος, τη θλίψη, τη μελαγχολία, τα απορροφάς και τα κάνεις δικά σου.

Κι όταν έρχονται η χαρά κι η ηρεμία στη ζωή μου, τις υποδέχεσαι με ενθουσιασμό, και με την κρυφή ελπίδα πως θα μείνουν λίγο παραπάνω αυτή τη φορά.

Πότε-πότε φωνάζεις: Πονάς και μου λες να σε προσέχω.

Όπως με προσέχεις κι εσύ.

Που είσαι το σπίτι μου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο.

Που μ’ έβαλες μέσα σου, και με κουβαλάς, κι ας μη σ’ αγαπώ όσο θα ήθελες.

Όσο σου αξίζει.

Λες και φταις εσύ για τίποτα. Εσύ είσαι το μοναδικό που δε φταις.

Φταίει η κοινωνία, αλλά φταίω κι εγώ.

Που δε σε υπερασπίζομαι και δε σ’ αγκαλιάζω.

Εσένα, που μ’ έκανες μάνα.

Εσένα, που κουβαλάς τους προγόνους μου κι όλη την ιστορία μου.

Που κουβαλάς μέρα-νύχτα την ψυχή μου, και κουβάλησες και το παιδί μου.

Αυτό το σώμα, που τα δίνει όλα για μας, που παλεύει, που πάλλεται κι αναπνέει για μας μέχρι το τέλος.

Που γεννάει τα παιδιά μας.

Δε με νοιάζει αν είναι όμορφο, άσχημο, δε θέλω να του βάλω κανένα επίθετο.

Είναι το σώμα μου. Είναι το σπίτι μου.

Καημένο μου σώμα.

Σε ξέχασα.

Σε πλήγωσα.

Είμαι όμως τώρα πια πρόθυμη να επανορθώσω.

Και θ’ αρχίσω από τις αγκαλιές που σου χρωστώ.

Αγκαλιά στο πρόσωπο. Και μετά στο στήθος. Και στα χέρια. Στα πλευρά, στους αγκώνες, στις παλάμες.

Αγκαλιά στην κοιλιά. Και στα πόδια. Παντού.

Πως αγκαλιάζεις έναν άνθρωπο που σου ‘χει λείψει πολύ; Που θες να του ζητήσεις συγγνώμη, να τον ξαναγνωρίσεις απ’ την αρχή, να ξεκινήσετε ξανά;

Έτσι θα αγκαλιάζω από δω κι εμπρός το σώμα μου. Κάθε πρωί. Και τη νύχτα. Και στη σιωπή. Και θα του μιλάω. Και θα του χαμογελάω.

Θα γίνω ένα με το σώμα μου, ξανά.

Μαζί σαν μια γροθιά, θα νικήσουμε ό,τι μας  πληγώνει.

Και θα βγούμε χέρι-χέρι απ’ το σκοτάδι, στο φως.