Πες μου, αντέχεις;

Ήταν Σάββατο πρωί. Θυμάμαι που σηκώθηκα μες στο άγχος, γιατί είχα πολλές δουλειές κι έπρεπε να αρχίσω να τρέχω από νωρίς.

Ξεκίνησα με πρωινό στο πόδι, ενώ το παιδί τριγυρνούσε παίζοντας και τραγουδώντας. Σε λίγο χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν η μαμά μου. Δεν είχε και πολλή διάθεση, δεν την άκουσα καλά. Κι όποτε δεν είναι η μαμά μου καλά, αυτομάτως πέφτω κι εγώ. Αυτό μου έλειπε σήμερα, μονολόγησα…Το κερασάκι στην τούρτα μπήκε από νωρίς, σε μια τόσο δύσκολη μέρα.

Κλείνω το τηλέφωνο κατσουφιασμένη, και ξεκινάω να οργανώνομαι. Το άγχος με είχε κυριέψει για τα καλά, και δεν είχε σκοπό να φύγει σύντομα.

Μες στα νεύρα τριγυρίζω στα δωμάτια σαν σβούρα. Βάζω πλυντήρια, ξεκινάω σκούπισμα, ετοιμάζω φαγητό. Ο μικρός Χρήστος είχε από ώρα ξεκινήσει τη γκρίνια. Τα παιχνίδια του δεν του άρεσαν, παραπονιόταν πως η κοιλιά του πονάει, και διάφορα άλλα που ένιωθα πως δεν μπορούσα καθόλου να διαχειριστώ.

Τα παιδί πραγματικά ήταν πολύ ανήσυχο και αντιδραστικό. Ό,τι και να του πρότεινα, ό,τι και να του έλεγα αρνιόταν να συνεργαστεί.

Ώσπου δεν άντεξα, κι απεγνωσμένα φώναξα: «Δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο…».

Μετά από λίγο, που ηρέμησα, το παιδί ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Του εξήγησα πως ήμουν πολύ κουρασμένη, αλλά τώρα είμαι καλύτερα.

Πήρα βαθιά ανάσα. Έπιασα στα χέρια μου τη λίστα με τις δουλειές, κι άρχισα να σβήνω. Άφησα μόνο τις πολύ απαραίτητες, κι έκατσα στον καναπέ.

Θυμήθηκα μια χειροτεχνία με πουλάκια που είχα ξεκινήσει πριν καιρό, κι όλο έλεγα να την τελειώσω αλλά πάντα οι δουλειές ήταν πιο σημαντικές. Την ξεχώνιασα από ένα συρτάρι, κι άρχισα να ράβω.

Πες μου, αντέχεις;

Πείσμωσα, θύμωσα με τον εαυτό μου που πιέζομαι και δυσκολεύω τη ζωή μου τόσο πολύ. Συνέχισα το ράψιμο, κι αποφάσισα να μην αφήσω καμιά έννοια να με πλησιάσει για τις επόμενες ώρες.

Το παιδί ήρθε και κάθισε δίπλα μου, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Μετά πήρε τις κλωστές, κι άρχισε να φτιάχνει σχέδια στο πάτωμα. Ήταν ήρεμο και γελαστό, ήταν και πάλι χαρούμενο το παιδί μου.

«Ούτε συννενοημένοι να ‘μασταν», σκέφτηκα από μέσα μου…Κοίτα να δεις που μόλις ηρέμησα, αμέσως ηρέμησε κι αυτός!

Και μετά μου ‘ρθε η φλασιά:

Το παιδί όλο το πρωί κουβαλούσε πάνω του τη δική μου συμπεριφορά.

Η γκρίνια και τα άγχη μου γίνανε και δικά του.

Τα έκανε δικά του προσπαθώντας να μου δείξει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Ότι κάτι πρέπει να αλλάξω.

Τα παιδιά παίρνουν μαζί τους τις έννοιες μας για να μας ξαλαφρώσουν, αλλά και για να μας δείξουν τι πρέπει να διορθώσουμε.

Τόσο πολύ μας αγαπάνε.

Και μετά πήγα τη σκέψη μου ένα βήμα παραπέρα, κι έκανα τη σύνδεση:

Αυτό που έκανα εγώ το πρωί στη μαμά μου, που πήρα τη στενοχώρια της και την έκανα δική μου, έτσι έκανε μετά σε μένα το παιδί μου.

Τα επηρεάζουμε τα παιδιά μας, και τα καθορίζουμε, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό.

Κι αυτά προσπαθούν να μας βοηθήσουν να δούμε τα λάθη μας.

Είναι ο καθρέφτης μας.

Αντέχουμε να τον κοιτάξουμε;