Το παιδί θέλει τη μάνα του όσο η μάνα το παιδί

Έχω μιλήσει με πολλές μανάδες γύρω στα 60-70, εκεί στην ηλικία της δικής μου.

Και όλες μου λένε πάντα, με μια φωνή: «Μακάρι να είχα περισσότερο χρόνο με τα παιδιά μου όταν ήταν μικρά…».

Πέσανε με τα μούτρα στη δουλειά, με λαχτάρα, με όρεξη για δημιουργία, ερχόμενες από μικρά χωριά στη μεγάλη λαμπερή πόλη.

«Να φύγεις, να ζήσεις τη ζωή σου…», τους έλεγαν οι γονείς τους πίσω στο χωριό, οι δικοί μας παππούδες και γιαγιάδες.

Κι αυτές φεύγανε. Ανοίγαν τα φτερά τους σε έναν νέο κόσμο, με ψυγείο ηλεκτρικό και πλυντήριο γυαλιστερό, μακριά από τις κότες και τις κατσίκες.

Και παντρεύτηκαν, κι έκαναν παιδιά, εμάς.

Αλλά ήταν πολλή η δουλειά, και λίγος ο χρόνος.

Και τα παιδιά τους δεν τα έβλεπαν. Λίγο μόνο το πρωί, και μετά λίγο πάλι το βράδυ.

Το παιδί θέλει τη μάνα του όσο η μάνα το παιδί

Όμως τους λείπαν τα παιδιά τους.

Τους λείπαν κάθε στιγμή. Στο γραφείο, στο σούπερ-μάρκετ, στο δρόμο, στο λεωφορείο.

Πολλές φορές, τις περισσότερες, δεν καταλάβαιναν γιατί πονάει τόσο η καρδιά τους.

Νόμιζαν απ’ την κούραση, από το τρέξιμο το ασταμάτητο.

Αλλά δεν ήταν αυτό.

Ήταν η έλλειψη. Ήταν που δε χαρήκαν τα παιδιά τους όσο ήθελαν, που δε μεγάλωσαν μαζί.

Όσα χρόνια, όσοι αιώνες και χιλιετηρίδες κι αν περάσουν, το παιδί θέλει τη μάνα του όσο η μάνα το παιδί της.

Είναι μια ανάγκη ζωτική, μια σχέση που τροφοδοτεί εξίσου και τα δύο μέρη.

Ξέρω γυναίκες στην κλιμακτήριο που δεν κοιμούνται τα βράδια, που ξυπνάνε βουτηγμένες στο κλάμα, που σέρνονται μέσα στη μέρα.

Γιατί τους λείπουν τα παιδιά τους. Γιατί λαχταράνε να τα κρατήσουν στην αγκαλιά τους, γιατί δεν τα χόρτασαν.

Είμαι πολύ θυμωμένη με τη δυτική κοινωνία που δεν αφήνει τη γυναίκα να ζήσει κοντά στο παιδί της. Που την πιέζει να δουλέψει για τα λεφτά, που την κάνει να τρέχει όλη μέρα, χαμένη μες τα πολλά πρέπει και θέλω, χωρίς να ξέρει ποια είναι και τι θέλει πραγματικά.

Όταν γέννησα το παιδί μου σταμάτησα να δουλεύω στο επάγγελμά μου. Δεν ήταν εύκολη επιλογή, την πληρώνω ακόμα και σήμερα, 4 χρόνια μετά, γιατί στερούμαι πολλά. Αλλά έχω κερδίσει αλλού.

Δε λέω πως όλες οι γυναίκες πρέπει να σταματήσουν να δουλεύουν για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, όχι. Όλα έχουν τα συν και τα πλην τους, κι αυτά είναι διαφορετικά για την καθεμιά μας, και για την κάθε οικογένεια. Ξέρω γυναίκες που σταμάτησαν τη δουλειά τους και δυστύχησαν μόνες με το παιδί στο σπίτι, γιατί δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν την έλλειψη παραγωγικότητας και δημιουργίας με κάτι άλλο. Γιατί η δουλειά στη γυναίκα δεν της δίνει μόνο χρήματα. Της δίνει και ανεξαρτησία, και αυτοπεποίθηση, και χαρά. Και βέβαια υπάρχουν δουλειές και δουλειές… Μεγάλο και πολυδιάστατο το θέμα της εργασίας, που δε χωρά να αναλυθεί σε αυτό το Post.

Όμως γεγονός είναι πως όταν ένα παιδί έρχεται στον κόσμο, έχει ανάγκη τη στοργή, το χρόνο και το δώσιμο τη μάνας, όσο τα έχει ανάγκη και η ίδια. Η μάνα δίνει στο παιδί τροφή και αγάπη, και το παιδί την γεμίζει όσο τίποτε άλλο στον κόσμο.

Ας γεμίσουμε λοιπόν, όσο περισσότερο μπορούμε. Το χρειαζόμαστε και τώρα, θα το χρειαστούμε και στο μέλλον…

 

Όταν το παιδί μου προχώρησε χωρίς να κοιτάξει πίσω

Σήμερα το παιδί μου προχώρησε χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Φτάσαμε στο σχολείο, πρώτη μέρα για φέτος, κι έτρεξε μέσα χοροπηδώντας.

Με το ζόρι πρόλαβα να τον χαιρετήσω.

Όλες τις τελευταίες μέρες είχα την αγωνία αν θα θέλει να πάει.

Σκεφτόμουν τι θα του πω, πως θα το χειριστώ, προετοίμαζα το έδαφος με συζητήσεις…

Αλλά να που το παιδί μου με διέψευσε.

Τον είδα να ξεμακραίνει, να προχωρά χωρίς εμένα, κι όσο χάρηκα, άλλο τόσο σάστισα.

Σάστισα γιατί παραξενεύτηκα προς στιγμήν.

Δεν το περίμενα.

Το εγωιστικό μου κομμάτι  ένιωσε και λίγη ζήλια…

«Μα μπορεί να φεύγει τόσο άνετα από μένα; Πως γίνεται; Μέχρι πριν λίγο καιρό δεν έκανε λεπτό μακριά μου…»

Γύρισα να τον κοιτάξω μια τελευταία φορά πριν φύγω. Δε μ’ έβλεπε, καθόταν με τη δασκάλα του και γελούσε με τ’ άλλα παιδιά.

Χαμογέλασα πλατιά, και τα μάτια μου υγράνθηκαν ξαφνικά.

Όταν το παιδί μου προχώρησε χωρίς να κοιτάξει πίσω

Ποιοι είναι αυτοί που λένε πως τα παιδιά φεύγουν στα 18;

Δεν ξέρουν τι τους γίνεται.

Τα παιδιά φεύγουν πολύ-πολύ νωρίτερα.

Ζουν, και αισθάνονται, και παλεύουν, και αγωνίζονται, και γελάνε, χωρίς εμάς.

Από πολύ νωρίς.

Η αγάπη μας και η ποιότητα της σύνδεσής μας τα ακολουθεί παντού, όπου κι αν πάνε, και συμβάλλει στη διαδρομή της ζωής τους.

Όμως είναι δική τους η διαδρομή.

Πριν λίγες μέρες το παιδί μου με κοίταξε με χαρά, τέντωσε το μικρό του κορμί και με καμάρι μου είπε:

«Μαμά, κοίτα πως μεγάλωσα! Μόνος μου το κατάφερα!»

Μόνα τους τα καταφέρνουν όλα. Εμείς τους δίνουμε κάποια εφόδια, τα βοηθάμε, τα στηρίζουμε, αλλά αυτά καθοδηγούν τη ζωή τους, από πολύ μικρά.

Και θα καταφέρουν πολλά, κι εμείς θα μένουμε άφωνοι στο παρασκήνιο. Άφωνοι, με μάτια γεμάτα δάκρυα, και με μια αγάπη σαν χείμαρρο που ώρες-ώρες δεν ξέρουμε πώς να την διοχετεύσουμε.

Μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεμάκρυνα απ’ το σχολείο.

Τώρα είναι μόνος του, όπως κι εγώ.

Έδιωξα τις εγωιστικές μου σκέψεις μακριά, και πλημμύρισα από συναισθήματα χαράς για το παιδί μου που γελά και παίζει στο σχολείο χωρίς εμένα.

Σήμερα, μια μέρα του Σεπτέμβρη του 2016, το μικρό μου παιδί ξεμάκρυνε από μένα.

Θα ξαναγυρίσει, αλλά δε θα ‘ναι ποτέ πια το ίδιο.

Θα προχωρά, όλο και κάθε μέρα, πιο κοντά στον αληθινό του εαυτό.

Θα προχωρά κάθε μέρα, όλο και πιο κοντά στην ελευθερία.

Φτάνει να τον αγαπώ τόσο πολύ και με τέτοιο τρόπο, που να βρω τη δύναμη να τον αφήσω να φύγει.

Για να προχώρα μπροστά με βήματα σταθερά, χωρίς να χρειάζεται να κοιτάζει πίσω.

Θα φωλιάσω μες στην καρδιά του χωρίς βάρος, ανάλαφρα, απαλά, για να μη με ψάχνει ακόμα κι αν είμαι μακριά, ακόμα κι αν φύγω για πάντα.

 

«Μαμά, κοίτα πως μεγάλωσα! Μόνος μου το κατάφερα!»

«Ναι παιδί μου, μόνος σου!», απάντησα, με την καρδιά μου πλημμυρισμένη από ευτυχία και τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα.

Καλό Σεπτέμβρη και καλό δρόμο γεμάτο αγάπη για όλα τα παιδιά, αλλά και για μας…