Εσύ τι βλέπεις στον καθρέφτη;

Από μικρό παιδί θυμάμαι να κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και κάθε φορά να βλέπω κάτι διαφορετικό. Άλλοτε με έβλεπα όμορφη, άλλοτε κουρασμένη, και βέβαια τις περισσότερες φορές δε με ικανοποιούσε η αντανάκλασή μου.

Θυμάμαι να κάνω αστείες γκριμάτσες πριν μπω για μπάνιο, τότε που μπορούσα να ανακατεύω τα μαλλιά μου χωρίς να φοβάμαι ότι θα λαδώσουν –ναι, λαδώνουν πολύ εύκολα τα άτιμα-. Τα φούσκωνα προς τα πάνω, σαν να είχα βγει μόλις από περιοδικό μόδας, και το ‘παιζα μοντέλο. Το κάνω και τώρα καμιά φορά – να, όπως στη φωτογραφία. Όλα αυτά όμως μόνο στο μπάνιο, στην ασφάλεια της ιδιωτικότητας, γιατί έξω ήμουν πολύ μαζεμένη.

Εσύ τι βλέπεις στον καθρέφτη;

Η αγαπημένη μου συνήθεια βέβαια μπροστά στον καθρέφτη ήταν να παρατηρώ τη μύτη μου. Έβαζα και δεύτερο καθρέφτη, για να την βλέπω προφίλ, γιατί από φάτσα βολευόταν, αλλά άμα γύριζα προφίλ, εκεί ήταν τα δύσκολα… Παράπονο που το ‘χα για χρόνια, πως είναι μεγάλη… Σαν μελιτζάνα, όπως την αποκαλούσα από παιδί! Είναι φουσκωτή σαν του μπαμπά μου, κι όποτε τον βλέπω γελάω γιατί αντικρίζω τη δύναμη του DNA. Ευτυχώς πλέον έχω συμφιλιωθεί μαζί της, και, τι περίεργο, σαν να έχει μικρύνει από τότε που την αγάπησα.

Αυτό πάντως που μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση, και γι’ αυτό σκέφτηκα να γράψω αυτό το post, είναι που κοίταξα το πρόσωπό μου μια μέρα, και δεν είδα εμένα.

Είδα μια μάσκα.

Κοιτούσα τα μάτια μου, τα φρύδια, τη μύτη, τα μαλλιά, και μοιάζανε σαν να μην είναι δικά μου, σαν να μου τα ‘χει φορέσει κάποιος, κι από πίσω τους να κρύβομαι εγώ.

Εγώ, μια άυλη μορφή, ένα αεράκι που φυσάει, πότε δυνατά, και πότε απαλά, πότε ρυθμικά, και πότε σιγανά.

Εγώ, μια φλόγα από κερί που άλλοτε τρεμοπαίζει, άλλοτε λάμπει καμαρωτή, κι άλλοτε είναι απλά μια συνηθισμένη φλόγα που παλεύει να μη σβήσει.

Εγώ, ένας χείμαρρος από συναισθήματα, πόνο, χαρά, λύπη, ευγνωμοσύνη, απογοήτευση, αγάπη, κι άλλη αγάπη, άλλοτε το καθένα μόνο του, κι άλλοτε σε ζευγάρια, σε τριάδες και τετράδες, ακόμα κι όλα μαζί, σε χορό κυκλωτικό.

Εγώ, μια αναπνοή που γεμίζει όλο μου το σώμα, κι άλλοτε φουσκώνει την κοιλιά, ή τους πνεύμονες, ή κάνει μόνη της ό,τι μπορεί, για να κρατήσει το σώμα μου δυνατό και ξύπνιο.

Το σάρκινο πρόσωπό μου είναι μια μάσκα, που παίρνει τη μορφή που εγώ της δίνω.

Όταν είμαι αεράκι δυνατό, όταν γελάω, χαίρομαι κι αγαπώ, είναι όμορφη.

Όταν είμαι μισοσβησμένη φλόγα, με αδύναμη αναπνοή, τότε είναι μαραζωμένη.

Όταν είμαι ψύχραιμη, και γαλήνια, και ευχαριστημένη, τότε φωτίζει σαν λάμπα.

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου αλλάζουν, όταν αλλάζω εγώ.

Η μάσκα αλλάζει μορφές, όταν αλλάζω εγώ.

Το αγαπώ το σώμα μου, αλλά νιώθω πως είναι ένα φόρεμα, ένα μέσο για να έρθω και να επιβιώσω στον κόσμο αυτό. Και ξέρω πως πρέπει να το προσέχω, και να το φροντίζω, γιατί φέρει εντός του την αληθινή Μαρία.

Κι όλα τα χρόνια, όλες οι πόζες που έπαιρνα μπροστά στον καθρέφτη, με προετοίμαζαν για τη μεγάλη μέρα: Για τη μέρα που θα συνειδητοποιούσα ότι δεν είμαι τα μάτια μου, δεν είμαι η μύτη μου, δεν είμαι τα χείλια μου.

Είμαι η φλόγα που μαζί με όλες τις άλλες φλόγες αυτού του κόσμου, κρατάμε  ζωντανή την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.

 

Εσύ τι βλέπεις όταν κοιτάζεις το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;

Με ένα απλό κόλπο ζω καθημερινά μες στη γαλήνη

Μικρό παιδί ήμουν, και θυμάμαι που σκεφτόμουν ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι η εσωτερική γαλήνη. Και σήμερα, στα 36 μου, αυτή είναι πλέον, μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα, η προτεραιότητα στη ζωή μου: Να είμαι όσο το δυνατόν περισσότερο και πιο συχνά γαλήνια. Γιατί τότε είναι που είμαι σε άμεση επαφή με τον αληθινό μου εαυτό, τότε νιώθω ισορροπημένη και ικανή να δώσω τα δώρα μου στους ανθρώπους και στον κόσμο γύρω μου.

Με ένα απλό κόλπο ζω καθημερινά μες στη γαλήνη

Ωραία μας τα λες, θα μου πείτε. Αλλά πως το πετυχαίνεις αυτό, με τον τρόπο ζωής που ζούμε; Που τρέχουμε όλη μέρα, που πιεζόμαστε από παντού, που περνάμε δύσκολα και δε βλέπουμε φως στο τούνελ; Πως μπορούμε να αγγίξουμε τη γαλήνη, και να βρούμε την πολυπόθητη ισορροπία που τόσο μας λείπει, σε όλους μας;

Κι όμως, υπάρχει τρόπος, και μάλιστα απλός:

Να κάνεις ένα πράγμα τη φορά.

  • Ξεπλένεις μαρούλια για τη σαλάτα; Κάνεις μόνο αυτό, δεν μαγειρεύεις παράλληλα, ούτε μιλάς στο τηλέφωνο. Πλένεις τα μαρούλια, νιώθεις το τρεχούμενο νερό στα χέρια σου, την υφή από τα τρυφερά φύλλα. Και δε σκέφτεσαι τίποτε άλλο. Αδειάζεις το μυαλό, και το γεμίζεις μόνο με μαρούλια.
  • Οδηγείς; Κοιτάς τη διαδρομή και εστιάζεις μόνο στην οδήγηση. Δε μιλάς στο κινητό, δε σκέφτεσαι τα προβλήματά σου. Παρατηρείς το δρόμο και τα αυτοκίνητα, και μόνο αυτό. Δοκίμασε κιόλας να ξεκλέβεις  με προσοχή ματιές προς τα δέντρα και τον ουρανό: η ζωή είναι πολύ πιο όμορφη και σημαντική από τις κατασκευασμένες απ’ το μυαλό, και συχνά ανυπόστατες, ανησυχίες σου.
  • Δουλεύεις; Δε μιλάς σε 2 γραμμές παράλληλα, ούτε στήνεις 3 projects την ίδια στιγμή, ενώ έχεις και τα social media ανοιχτά να τα κρυφοκοιτάζεις. Εστιάζεις σε ένα πράγμα τη φορά. Έτσι είσαι και πιο αποδοτικός, αλλά και πιο ήρεμος και ισορροπημένος, ακόμα κι αν όλα και όλοι γύρω σου βαράνε κόκκινο.
  • Διαβάζεις παραμύθι στο μικρό σου παιδί; Είσαι εκεί και μόνο εκεί. Δε σκέφτεσαι το πλυντήριο που περιμένει να απλωθεί, ούτε τη δουλειά που πρέπει μετά να τελειώσεις στον υπολογιστή. Διαβάζεις την ιστορία, αγγίζεις απαλά το χαρτί, ακούς τις λέξεις, ενώ αγκαλιάζεις το παιδί σου και νιώθεις τα δυό κορμιά σας να ενώνονται ζεστά, μες στην αγάπη. Κι αυτό ακριβώς, το να είσαι εκεί 100%, είναι ό,τι πιο σημαντικό θα κάνεις ποτέ για το παιδί σου, αλλά και για κάθε άνθρωπο που θα βρεθεί στο δρόμο σου.

Δεν είναι εύκολο. Είναι μια άσκηση καθημερινή, που εγώ την κάνω εδώ και λίγο καιρό, αλλά έχω δει βελτίωση. Στην αρχή πιεζόμουν πολύ να μη σκέφτομαι τη δουλειά όταν είμαι με το παιδί, ή να μη σκέφτομαι τα ζόρια μου ενώ μαγείρευα. Όμως σιγά-σιγά, με μεθοδικότητα και επιμονή, άρχισα πια να αδειάζω το μυαλό μου πολύ πιο εύκολα και γρήγορα, με αποτέλεσμα να βιώνω τη ζωή μου πατώντας πάνω σε ένα στέρεο πέπλο γαλήνης και ηρεμίας.

Οι λίστες έχουν μικρύνει βέβαια, διεκπεραιώνω λιγότερα πράγματα απ’ ότι παλιότερα, αλλά αυτά που κάνω, τα κάνω συνειδητά, με ηρεμία και αγάπη. Και τα εύκολα, και τα δύσκολα. Κι έτσι η ζωή αποκτά άλλο νόημα, η γαλήνη που διακατέχει την ψυχή μου περνά και στο φαγητό, και στην οδήγηση, και στο παιδί μου, και στους γύρω μου.

Τι νόημα έχει να κάνεις πολλά, αν δεν είσαι σε σύνδεση με τον εαυτό σου; Αυτό σκέφτηκα μια μέρα, μπουχτισμένη από την πίεση της καθημερινότητας. Εκείνη η μέρα, λίγους μήνες πριν, ήταν η αρχή της καινούριας μου ζωής. Ήταν η δική μου στιγμή της επανένωσης με τον αληθινό μου εαυτό. Για τον καθένα μας αυτή η στιγμή είναι διαφορετική, και θα ‘ρθει όταν είναι η ώρα της να ‘ρθει.

Κι όταν έρθει αυτή η στιγμή, εύχομαι να ‘μαστε εκεί. Να μην την αγνοήσουμε μέσα στη βαβούρα της διεκπεραιωτικής καθημερινότητας που βαφτίσαμε ζωή.

Εύχομαι να αρπάξουμε αυτή τη μικρή στιγμή, και βήμα-βήμα να έρθουμε όλοι πιο κοντά και να ζήσουμε ουσιαστικά.

Για να φέρουμε στην επιφάνεια τους αληθινούς μας εαυτούς, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, και να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο.

Ένα πρωί άκουσα επιτέλους τον ψίθυρο

Ποια είμαι εγώ; Είμαι οι σκέψεις μου, είμαι η δουλειά μου, είμαι λίγο απ’ όλα, είμαι όλα αυτά; Αυτός είναι ο εαυτός μου;

Πιστεύω πως ούτε οι σκέψεις, ούτε οι δουλειές είναι ο αληθινός μας εαυτός. Αυτός βρίσκεται μέσα μας, είναι μια μικρή φωνή που περιμένει να την ακούσουμε. Είναι ένας ψίθυρος που επισκιάζεται απ’ τη βαβούρα και το τρέξιμο της καθημερινότητας, και λίγοι άνθρωποι στον κόσμο καταφέρνουν να τον ακούν συνεχώς, και συνειδητά.

Ένα πρωί άκουσα επιτέλους τον ψίθυρο

Σήμερα σηκώθηκα νωρίς. Αφού πλύθηκα, κοίταξα τη λίστα με τις δουλειές της ημέρας (συμπληρωμένη πάντα από την προηγούμενη) και συνειδητοποίησα με έκπληξη πως είχα πολύ λίγα προγραμματισμένα πράγματα να κάνω. Κοντοστάθηκα λοιπόν, και σκέφτηκα: να εμπλουτίσω τη λίστα μου με δουλειές των ερχόμενων ημερών, ή να την αφήσω έτσι μικρή και απλά σήμερα να χαλαρώσω, κι όπου με πάει;

Με δισταγμό η αλήθεια είναι, γιατί μου είναι δύσκολο να μην έχω κάτι συγκεκριμένο να κάνω, αποφάσισα το δεύτερο. Χαλαρή και άνετη λοιπόν, έφτιαξα πρωινό, κι αφού πήγα το παιδί στο σχολείο, επέστρεψα στο σπίτι και βγήκα στο μπαλκόνι.

Σε πρώτο πλάνο ήταν η απλώστρα, και σε δεύτερο η λεύκα μου. Αυτή η μεγάλη και καμαρωτή λεύκα είναι το αγαπημένο μου δέντρο που έχω την τύχη να βλέπω κάθε πρωί όταν ανοίγω τα πατζούρια.

Το μυαλό μου με προκαλούσε να μαζέψω την απλώστρα και να πάω γρήγορα μέσα να βρω κάτι άλλο, αφού όλο και κάποια δουλειά υπάρχει πάντα που περιμένει. Όμως θυμήθηκα την απόφαση που πήρα το πρωί, κι έτσι αγνόησα τις σκέψεις μου, αγνόησα και την απλώστρα κι έστρεψα το βλέμμα μου στο δέντρο.

Το κοίταζα για ώρα. Άδειασα το μυαλό, εστίασα μόνο σ’ αυτό την προσοχή μου. Έβλεπα τα φύλλα του να κουνιούνται στον αέρα, παρατηρούσα τον κορμό, τα κλαδιά, το περίγραμμά του. Δεν σκεφτόμουν τίποτε μα τίποτε άλλο.

Απλά κοιτούσα το δέντρο απέναντί μου.

Και ξαφνικά τον άκουσα. Τον ψίθυρο. Άκουσα τον εαυτό μου να μου μιλάει σιγανά. Και τον άκουσα να μου λέει πολλά:

-Μου είπε πως τα πηγαίνω πολύ καλά, και να μην αγχώνομαι, να μην τρέχω, και πως όλα είναι εντάξει

-Μου είπε να κάνω πράγματα για μένα, και να μη σκέφτομαι πολύ

-Μου είπε να μην είμαι τόσο αυστηρή με τον εαυτό μου

-Μου είπε να κάνω αυτά που με γαληνεύουν, και μου κάνουν καλό

-Μου είπε να ακούω το σώμα μου, και να το σέβομαι

-Μου είπε να χαίρομαι πιο πολύ

-Μου είπε να αδειάζω το νου μου και να ρίχνω τους ρυθμούς όσο πιο συχνά μπορώ, για να τον ακούω όταν μου μιλάει, γιατί νιώθει πολύ μόνος και του λείπω πολύ…

«Θα ‘μαι χωμένος βαθιά, πίσω από τις σκέψεις, και τις δουλειές και τα τρεξίματα. Κι εκεί θα σε περιμένω, να ‘ρθεις να με βρεις ξανά», μου ψιθύρισε.

Ξανακοίταξα τα φύλλα της λεύκας. Ο αέρας σταμάτησε να φυσάει. Έκατσα για λίγα λεπτά ακόμη στο μπαλκόνι, ήρεμη, συγκινημένη, με μάτια βουρκωμένα.

Είχα μόλις ακούσει τον εαυτό μου.

Άραγε πότε θα τον άκουγα ξανά;