Πως περπατάς μέσα στην κρίση;

Καιρό τώρα θέλω να γράψω κάτι για την κρίση. Που μας έχει πληγώσει τόσο πολύ, που νιώθω πως τον τελευταίο καιρό δεν την συζητάμε με πάθος όπως παλιά, αλλά την έχουμε σωματοποιήσει, στο βλέμμα και στο περπάτημά μας.

Περπατάμε κουβαλώντας μαζί μας την κρίση. Κουρασμένοι, ηττημένοι, σκυφτοί και νευρικοί, έχουμε γίνει ένα με αυτό που βρίζουμε και καταριόμαστε.

Όχι όλοι όμως. Υπάρχουν κι αυτοί που περπατάνε χοροπηδώντας.

Ένας απ’ αυτούς είναι ο γείτονάς μου ο Χάρης.

Τον συνάντησα πριν λίγες μέρες στο δρόμο, κι εκεί που τα λέγαμε, μου είπε πως μετακομίζει.

Πως πάει από 2ο όροφο, σε υπόγειο.

Σε ένα μικρό και ανήλιαγο υπόγειο λίγους δρόμους πιο κάτω.

Όταν μου ‘το πε, έμεινα κόκκαλο.

Ακούς εκεί υπόγειο…σκέφτηκα και μελαγχόλησα.

Πως περπατάς μέσα στην κρίση;

«Δε βγαίνουμε ρε Μαρία… Το υπόγειο έχει πολύ χαμηλό ενοίκιο και θα μπορέσουμε να τα βολέψουμε. Είναι σκοτεινό βέβαια, αλλά δεν πειράζει, θα βγαίνω έξω να κάνω τις βόλτες μου!», μου είπε γελώντας.

«Η μάνα μου έχει σκάσει, στενοχωριέται πολύ, αλλά της λέω να μη νοιάζεται, είμαστε καλά, θα τα καταφέρουμε. Λες κι εδώ που μέναμε είχαμε φως; Σκοτεινό ήταν το διαμέρισμα!»,

Συνέχισε γελώντας.

Γελώντας.

Και με χαμόγελο μ’ αποχαιρέτησε, κι εγώ έμεινα να τον κοιτάζω να ξεμακραίνει.

Και το ορκίζομαι πως εκεί που τον κοιτούσα, λουσμένο με το φως το φθινοπωρινό, τον είδα να χοροπηδάει.

Και βουρκωμένη, τον καμάρωνα.

Τον καμάρωνα που δεν τον λύγισε καμία κρίση, που δεν άφησε αυτούς που θέλουν να μας αποτελειώσουν να του ρίξουν το ηθικό.

Αυτούς που μας θέλουν να μετράμε τις δεκάρες μας και να κόβουμε από ‘δω, και να κόβουμε από κει, και ποτέ να μη φτάνουν, και να μην ξέρουμε τι μας ξημερώνει, και να κοιμόμαστε με κομμένη την ανάσα, και να φοβόμαστε, και να μην ελπίζουμε σε τίποτα πια.

Η ζωή μου άλλαξε ριζικά με την κρίση. Δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα, και ακόμα δυσκολεύομαι… Αλλά μου βγαίνει το μανιάτικο –κι ας μην είμαι απ΄τη Μάνη- κι όλο λέω στον εαυτό μου:

«Μην αφήσεις κανέναν και τίποτα να σε κάνει δυστυχισμένη και μίζερη. Αυτοί που θέλουν να μας λιώσουν, είναι πιο δυστυχισμένοι από σένα, κι ας έχουν τα λεφτά όλου του κόσμου. Στην πραγματικότητα αυτό που προσπαθούν είναι να σε σύρουν στη δυστυχία τους. Μην πέσεις στην παγίδα, μην τους κάνεις το χατήρι: Να παλεύεις για να ζήσεις, όπως μπορείς, και να χαμογελάς, σε πείσμα αυτών που σε θέλουν ηττημένη. Μη μασάς, ο κερδισμένος είναι αυτός που βρίσκει χαρά εκεί που οι άλλοι δεν κοιτάζουν καν».

Κάτι τέτοια σκέφτομαι λοιπόν, και παίρνω τα πάνω μου.

Μην αφήνετε κανέναν να σας ρίχνει το ηθικό, να σας σπάσει τον τσαμπουκά. Μην τους αφήνετε να μας νικήσουν, εμάς, τις μανάδες που μεγαλώνουμε παιδιά, που κρατάμε σπίτια, που δουλεύουμε, που αγαπάμε, που κλαίμε, που πονάμε, που αγωνιζόμαστε να ξυπνάμε κάθε πρωί και να ξεκινάμε πάλι απ’ την αρχή το περπάτημα στο ψηλό, το πελώριο βουνό της ζωής.

Είμαστε μαζί σε όλο αυτό, το γράφω και το νιώθω, και ανατριχιάζω γιατί νιώθω τη σύνδεση με όλες και όλους εσάς που παλεύουμε καθημερινά με τα θεριά.

Και μου δίνει πολλή δύναμη το ότι δεν είμαι μόνη μου μέσα στην κρίση, το ότι είμαστε παρέα, και βρισκόμαστε στις πλατείες, και καθόμαστε στα παγκάκια δίπλα-δίπλα, και κοιτάμε τα παιδιά μας που παίζουν και γελάνε και γελάμε κι εμείς, χωρίς λεφτά στην τσέπη αλλά με όλο τον κόσμο δικό μας.

Δε λέω να το ξεχάσω το γειτονάκι μου. Το χοροπηδητό του περπάτημα έχει  καρφωθεί μες στο μυαλό μου.

Χοροπηδώντας προχωράει μέσα στην κρίση.

Χοροπηδώντας ελεύθερος.

 

 

Αλήθεια, την ξέρετε την αγκαλιά-παζλ;

Με το Γιώργο αγκαλιαζόμαστε στα ξαφνικά. Περπατάμε μες στο σπίτι, κι αν δούμε τον άλλον να είναι κουρασμένος ή να ‘χει βλέμμα απογοήτευσης, τον σταματάμε και του δίνουμε μια αγκαλιά. Χωρίς λόγια, για λίγο, και μετά συνεχίζουμε το τρέξιμο της ζωής πιο ανάλαφροι, πιο ανακουφισμένοι.

Και πάντα θυμάμαι να του λέω, χρόνια τώρα, πως όταν αγκαλιαζόμαστε, ταιριάζουμε σαν δυό κομμάτια παζλ. Ενώνονται τα κορμιά, χώνονται το ένα μες στο άλλο και δε μένουν κενά, κουμπώνουν χέρια, πλάτες, κοιλιά, όλα τέλεια.

Αλήθεια, την ξέρετε την αγκαλιά-παζλ;

Αυτές τις αγκαλιές τις λατρεύω. Είναι οι αγκαλιές που αφήνεσαι, που δίνεις στον άλλον ό,τι έχεις, που δεν κρατιέσαι μήπως και φανείς πολύ εκδηλωτικός. Είναι αγκαλιές γεμάτες θάρρος, και δύναμη, κι ευγνωμοσύνη.

Όταν βλέπω ανθρώπους σε δύσκολες στιγμές, να κλαίνε, να πονάνε, προσπαθώ να τους πλησιάζω και να τους αγκαλιάζω δυνατά. Κι όταν το κάνω, ενώ πριν έσκυβαν κρυμμένοι απ’ τον κόσμο, χωμένοι σ’ έναν ποταμό δακρύων, με σώμα σκληρό από τον πόνο, ξαφνικά στην αγκαλιά μου ανοίγουν, κλαίνε ακόμη πιο δυνατά, και κουμπώνουν μαζί μου για ώρα ατελείωτη. Μοιραζόμαστε τότε τα δάκρυα, και τον πόνο, και γινόμαστε ένα.

Πόσες φορές δεν έχω θελήσει να αγκαλιάσω δυνατά έναν άνθρωπο, αλλά δειλιάζω… Γιατί μπορεί να τον ξαφνιάσω, να μην το περιμένει, και να του φανεί περίεργο. Γιατί έχουμε συνδέσει την αγκαλιά μόνο με τους χαιρετισμούς, και τον πόνο, και την ανακούφιση. Αλλά όταν αγαπάω κάποιον, όταν κοιταζόμαστε στα μάτια και γελάμε, κι ας μην είμαστε και φίλοι κολλητοί, είναι στιγμές που θέλω να τρέξω μες στην αγκαλιά του. Θέλω να ενώσουμε το κορμιά μας σαν δυό κομμάτια παζλ, να αφεθούμε, να φύγει η ένταση και να πλημμυρίσουμε, για λίγο, από ομορφιά και συναισθήματα που δεν εκφράζονται με λόγια.

Χειραψίες, δειλοί χαιρετισμοί, κορμιά που δεν ενώνονται παρά μόνο μέσω της ομιλίας. Πόσο πιο ωραία θα ήταν η ζωή μας αν δεν φοβόμασταν μήπως παρεξηγηθούμε, αν ήμασταν πιο εκδηλωτικοί, και αγγίζαμε πιο συχνά, κι αγκαλιάζαμε πιο αληθινά…

Τις αγκαλιές που στερήθηκα από μικρό παιδί, τις ψάχνω τώρα γύρω μου, στους ανθρώπους που μου ταιριάζουν, στους ανθρώπους που μου κάνουν κλικ, σ’ όλους αυτούς που αγαπώ. Κι όλοι μας τις έχουμε στερηθεί. Όλοι μας τις ψάχνουμε, ακόμη κι αν δεν το ξέρουμε.

Κάνω την αρχή. Άμα κάποιος μου κάνει κλικ, θα τρέχω να χωθώ στην αγκαλιά του και να γίνουμε παζλ.

Κλικ-παζλ. Λέω να το τολμήσω. Νιώθω πως είναι ώρα να αλλάξουμε λίγο τους κανόνες που μας χωρίζουν τον έναν απ’ τον άλλον.

Κλικ-παζλ, λοιπόν. Τι λέτε, πάμε παρέα;

Η μάνα που έτρεχε σαν τρελή για βοήθεια

«Θέλω βοήθεια», ξεστόμισε μια μέρα ξαφνικά.

Δειλά στην αρχή, πολύ σιγανά.

Ντρεπόταν τόσο πολύ να το πει, ούτε στον ίδιο της τον εαυτό δεν ήθελε να το παραδεχτεί.

Έμοιαζε σε όλους τόσο δυνατή: κατάφερνε να δουλεύει, να μεγαλώνει παιδιά, και πάντα να χαμογελά.

Έτρεχε μέρα-νύχτα να προλάβει. Τα έκανε όλα μόνη της, δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανέναν άλλον, ποιος άλλος θα ήξερε καλύτερα απ’ αυτήν τις δουλειές του σπιτιού, τις ανάγκες των παιδιών…

Δεν εμπιστευόταν κανέναν. Χαμογελούσε σε όλους, αλλά δεν τους χρειαζόταν.

«Καλύτερα μόνη μου, να έχω τον έλεγχο των πραγμάτων», μονολογούσε για να ξεγελαστεί,  όταν από την κούραση θόλωναν τα πάντα γύρω της.

Η μάνα που έτρεχε σαν τρελή για βοήθεια

Και τα χρόνια περνούσαν. Και κλεινόταν όλο και πιο πολύ στον εαυτό της. Συνέχιζε να τα κάνει όλα με συνέπεια: Κι όλοι συνέχισαν να λένε για τη γυναίκα-πρότυπο, που τα καταφέρνει όλα, και σπίτι, και δουλειά, και άντρα και παιδιά πάντα στην τρίχα.

Κι οι λιγοστοί άνθρωποι που στέκονταν χρόνια τώρα στο πλευρό της, άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται. Αφού δεν τους χρειαζόταν, έπαψαν να την χρειάζονται κι αυτοί.

Ώσπου μια μέρα μπήκε σ’ ένα μαγαζί, μετά τη δουλειά. Αμίλητη, κοιτούσε τη βιτρίνα, κι ένιωσε ξαφνικά μια απέραντη λύπη να πλημμυρίζει την καρδιά της.

«Θέλετε βοήθεια;» τη ρώτησε ευγενικά η πωλήτρια.

Γύρισε και την κοίταξε, κοντοστάθηκε και είπε:

«Ναι, θέλω βοήθεια. Δεν αντέχω άλλο». Το είπε σιγανά, πολύ σιγανά.

Η κοπέλα δεν την άκουσε. Την ξαναρώτησε:

«Πώς είπατε;»

«Θέλω βοήθεια! Δε μπορώ άλλο μόνη μου, δε θέλω άλλο μόνη μου. Πονάω πολύ», της είπε. Και βγήκε με φόρα έξω απ’ το μαγαζί.

Ένιωσε να πλημμυρίζει από χίλια συναισθήματα, ένιωσε την ανάγκη να δώσει και να πάρει, να πάρει και να δώσει. Ένιωσε άξαφνα την ανάγκη να αγαπηθεί, να παραδεχτεί τα λάθη της, και τη μοναξιά της. Και, το πιο περίεργο: ένιωσε πιο δυνατή από ποτέ.

Άρχισε να τρέχει μέσα στον κόσμο. Πολύ τρέξιμο, χωρίς σταματημό. Διάλεξε το πρώτο πεζοδρόμιο που βρέθηκε μπροστά της, το καβάλησε κι άρχισε να τρέχει σαν τρελή.

Όλοι κοιτούσαν παραξενεμένοι. «Πάει, της σάλεψε», είπαν μερικοί.

Όμως δεν ξέρανε.

Πως έτρεχε για να ξαναβρεί αγάπη, και σύνδεση, και επαφή, και άνοιγμα, και άγγιγμα, και ταύτιση, και γέλια, και δάκρυα.

Έτρεχε για να βρει βοήθεια.

 

Η φωτογραφία είναι του Thomas Hawk.