Η φετινή χρονιά είναι επιτέλους δική μου

Η φετινή χρονιά είναι από τις πιο δυνατές και ανατρεπτικές της ζωής μου:

  • Σταμάτησα να δουλεύω,
  • Έμεινα ξανά έγκυος,
  • Έκανα νέες πολύτιμες φίλες,
  • Συνδέθηκα περισσότερο από ποτέ με εμένα.

Το θέμα της δουλειάς με απασχολούσε καιρό. Δούλευα τα τελευταία χρόνια από το σπίτι, αλλά το εισόδημά μου δεν ανταποκρινόταν σε καμία περίπτωση στον κόπο και το χρόνο που αφιέρωνα. Κι αφού το πάλεψα αρκετό καιρό, είπα να κάνω ένα διάλειμμα, και να δω πως είναι η ζωή χωρίς εργασία. Στην αρχή ένιωσα μετέωρη, δεν το είχα ξανανιώσει αυτό το συναίσθημα. Αλλά σιγά-σιγά βρήκα τις ισορροπίες μου, κι η μέρα άρχισε να γεμίζει και πάλι από τόσα πολλά πράγματα… Η αλήθεια είναι πως και μόνο το γεγονός ότι μεγαλώνω σχεδόν αποκλειστικά μόνη το παιδί μου, μου γεμίζει ολόκληρη τη μέρα! Κι αφού έφυγαν τα επαγγελματικά πλάνα από το μυαλό και την καθημερινότητά μου, με είδα να χαλαρώνω, να εστιάζω περισσότερο στον εαυτό μου (έλυσα θέματα υγείας που με ταλάνιζαν για χρόνια), και να επενδύω το χρόνο μου σε πράγματα και ανθρώπους που αξίζουν.

Η φετινή χρονιά είναι επιτέλους δική μου

Όταν λοιπόν είχα ήδη σταματήσει μερικούς μήνες τη δουλειά, ανακάλυψα ότι είμαι ξανά έγκυος -ενώ είχα σχεδόν πια πειστεί ότι δεν θα τα καταφέρουμε δεύτερη φορά.  Τότε ένιωσα αμέσως ότι αυτό το παιδί συμβολίζει την αστείρευτη δύναμη που έχω σαν γυναίκα, σαν μάνα, σαν άνθρωπος, και που την ανακάλυψα μετά από ένα πολύ δυσάρεστο συμβάν που μου συνέβη μες στη χρονιά. Κι όσο δύσκολη κι αν είναι η δεύτερη εγκυμοσύνη μου –με πολλά και έντονα συμπτώματα- κάθε μέρα νιώθω ευγνωμοσύνη που βιώνω ξανά το θαύμα της ζωής να σωματοποιείται εντός μου, και δεν αφήνω κανέναν και τίποτα να μου στερήσει αυτή τη χαρά, ούτε για μισό λεπτό.

Χωρίς δουλειά λοιπόν, με ένα μωρό στην κοιλιά, κι ένα παιδί χωμένο στα πόδια μου όλη μέρα, στράφηκα χωρίς δεύτερη σκέψη σε αυτά που μου κάνουν καλό. Αποφασισμένη να μην αφήνω ούτε χαραμάδα πια σε καταστάσεις και ανθρώπους που με πληγώνουν, επένδυσα το χρόνο και τη ζωή μου σε  αυτά που η ψυχή μου λαχταρούσε.

Χωρίς λεφτά, αλλά με γεμάτη καρδιά, έδωσα  χώρο και χρόνο σε νέες φιλίες και ανανέωσα παλιές  που αποδείχτηκαν όλες διαμάντια, και βάλσαμο στην πληγωμένη μου καρδιά. Κι έτσι τώρα πια αφήνω στοίβες άπλυτα πιάτα, στοίβες άπλυτα ρούχα, κρεβάτια άστρωτα και παιχνίδια σκορπισμένα παντού και χαμογελώντας τρέχω στους ανθρώπους που αγκαλιάζουν την ψυχή μου. Κλείνω τα μάτια, ακουμπάω την κοιλιά μου, και οραματίζομαι το μικρό μου το μωρό που με παίρνει απ’ το χέρι και με οδηγεί σε λιβάδια γεμάτα μυρωδάτο χαμομήλι. Μαγειρεύω αργά, με αγάπη και συγκίνηση που ακόμα έχω φαγητό να τρώω, κι όλα μου μοιάζουν πεντανόστιμα. Βιώνω μια ζωή που μου αξίζει, σε ρυθμούς που ταιριάζουν στο σώμα μου, μια ζωή φαινομενικά απλή, αλλά τόσο πλούσια.

Φέτος είναι η χρονιά της ευγνωμοσύνης. Για τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο δρόμο μου και μου κάνουν τόσο καλό, για το τραπέζι της κουζίνας που, παρόλες τις δυσκολίες έχει ακόμα γεμάτα πιάτα, για το δεύτερο παιδί που έρχεται να ολοκληρώσει το ταξίδι μου στη μητρότητα, αλλά και για μένα και το σώμα μου, που τώρα πια, με μεγάλη συγκίνηση το λέω, τα αγαπώ τόσο πολύ.

Τα επαγγελματικά μου θα περιμένουν για λίγο καιρό. Μου λείπουν πότε-πότε, αλλά είμαι σίγουρη πως μέσα από αυτό το διάλειμμα θα βγω σοφότερη, πιο ώριμη και πιο έτοιμη από ποτέ για το επόμενο βήμα. Και δε θέλω να βιάζομαι πια. Μια ζωή βιάζομαι, να τελειώσω τη σχολή, να προλάβω το λεωφορείο, να βρω καλή θέση στο σινεμά. Όχι άλλο.

Τώρα πια θέλω να ζω τη ζωή που μου αξίζει. Χωρίς βιασύνες, χωρίς άγχος για το αύριο, ζώντας στο τώρα κάθε στιγμή.

Μπορεί να μην είναι μια λαμπερή ζωή, αλλά επιτέλους, για πρώτη φορά, είναι η αληθινά δική μου ζωή.

 

 

 

 

Πες μου, αντέχεις;

Ήταν Σάββατο πρωί. Θυμάμαι που σηκώθηκα μες στο άγχος, γιατί είχα πολλές δουλειές κι έπρεπε να αρχίσω να τρέχω από νωρίς.

Ξεκίνησα με πρωινό στο πόδι, ενώ το παιδί τριγυρνούσε παίζοντας και τραγουδώντας. Σε λίγο χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν η μαμά μου. Δεν είχε και πολλή διάθεση, δεν την άκουσα καλά. Κι όποτε δεν είναι η μαμά μου καλά, αυτομάτως πέφτω κι εγώ. Αυτό μου έλειπε σήμερα, μονολόγησα…Το κερασάκι στην τούρτα μπήκε από νωρίς, σε μια τόσο δύσκολη μέρα.

Κλείνω το τηλέφωνο κατσουφιασμένη, και ξεκινάω να οργανώνομαι. Το άγχος με είχε κυριέψει για τα καλά, και δεν είχε σκοπό να φύγει σύντομα.

Μες στα νεύρα τριγυρίζω στα δωμάτια σαν σβούρα. Βάζω πλυντήρια, ξεκινάω σκούπισμα, ετοιμάζω φαγητό. Ο μικρός Χρήστος είχε από ώρα ξεκινήσει τη γκρίνια. Τα παιχνίδια του δεν του άρεσαν, παραπονιόταν πως η κοιλιά του πονάει, και διάφορα άλλα που ένιωθα πως δεν μπορούσα καθόλου να διαχειριστώ.

Τα παιδί πραγματικά ήταν πολύ ανήσυχο και αντιδραστικό. Ό,τι και να του πρότεινα, ό,τι και να του έλεγα αρνιόταν να συνεργαστεί.

Ώσπου δεν άντεξα, κι απεγνωσμένα φώναξα: «Δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο…».

Μετά από λίγο, που ηρέμησα, το παιδί ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Του εξήγησα πως ήμουν πολύ κουρασμένη, αλλά τώρα είμαι καλύτερα.

Πήρα βαθιά ανάσα. Έπιασα στα χέρια μου τη λίστα με τις δουλειές, κι άρχισα να σβήνω. Άφησα μόνο τις πολύ απαραίτητες, κι έκατσα στον καναπέ.

Θυμήθηκα μια χειροτεχνία με πουλάκια που είχα ξεκινήσει πριν καιρό, κι όλο έλεγα να την τελειώσω αλλά πάντα οι δουλειές ήταν πιο σημαντικές. Την ξεχώνιασα από ένα συρτάρι, κι άρχισα να ράβω.

Πες μου, αντέχεις;

Πείσμωσα, θύμωσα με τον εαυτό μου που πιέζομαι και δυσκολεύω τη ζωή μου τόσο πολύ. Συνέχισα το ράψιμο, κι αποφάσισα να μην αφήσω καμιά έννοια να με πλησιάσει για τις επόμενες ώρες.

Το παιδί ήρθε και κάθισε δίπλα μου, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Μετά πήρε τις κλωστές, κι άρχισε να φτιάχνει σχέδια στο πάτωμα. Ήταν ήρεμο και γελαστό, ήταν και πάλι χαρούμενο το παιδί μου.

«Ούτε συννενοημένοι να ‘μασταν», σκέφτηκα από μέσα μου…Κοίτα να δεις που μόλις ηρέμησα, αμέσως ηρέμησε κι αυτός!

Και μετά μου ‘ρθε η φλασιά:

Το παιδί όλο το πρωί κουβαλούσε πάνω του τη δική μου συμπεριφορά.

Η γκρίνια και τα άγχη μου γίνανε και δικά του.

Τα έκανε δικά του προσπαθώντας να μου δείξει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Ότι κάτι πρέπει να αλλάξω.

Τα παιδιά παίρνουν μαζί τους τις έννοιες μας για να μας ξαλαφρώσουν, αλλά και για να μας δείξουν τι πρέπει να διορθώσουμε.

Τόσο πολύ μας αγαπάνε.

Και μετά πήγα τη σκέψη μου ένα βήμα παραπέρα, κι έκανα τη σύνδεση:

Αυτό που έκανα εγώ το πρωί στη μαμά μου, που πήρα τη στενοχώρια της και την έκανα δική μου, έτσι έκανε μετά σε μένα το παιδί μου.

Τα επηρεάζουμε τα παιδιά μας, και τα καθορίζουμε, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό.

Κι αυτά προσπαθούν να μας βοηθήσουν να δούμε τα λάθη μας.

Είναι ο καθρέφτης μας.

Αντέχουμε να τον κοιτάξουμε;

 

Σταμάτα να δοξάζεις την πολυάσχολη ζωή σου

Σταμάτα να δοξάζεις την πολυάσχολη ζωή σου: αυτή είναι μια από τις δυνατότερες ατάκες που ‘χω πετύχει στο Facebook, και βλέπω δεκάδες κάθε μέρα στο newsfeed μου.

Σταμάτα να δοξάζεις την πολυάσχολη ζωή σου

Όταν το είδα είπα μέσα μου: Ε ναι ρε φίλε! Αυτό είναι! Αμάν πια με τις πολυάσχολες ζωές μας!

Είναι φοβερό πως ο δυτικός πολιτισμός είναι έτσι δομημένος που δε μας αφήνει να πάρουμε ανάσα.

Πριν λίγο καιρό, για λόγους υγείας σταμάτησα να δουλεύω. Τότε σκέφτηκα πως η μέρα μου θα είναι χαλαρή και άδεια, τουλάχιστον τις ώρες που το παιδί θα ‘ναι στο σχολείο.

Αλλά γελάστηκα. Δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα, πάλι έτρεχα να σηκώσω τηλέφωνα, να προλάβω να μαγειρέψω πριν πάρω το παιδί, να τσεκάρω emails, να τακτοποιήσω το σπίτι.

Ξέρετε, οι δραστηριότητες στον δυτικό πολιτισμό είναι πολύ ύπουλο πράγμα. Παραμονεύουν έξω απ’ το κατώφλι μας, σπρώχνονται με μανία ποια θα πρωτομπεί, ενώ εμείς τους έχουμε ορθάνοιχτη την πόρτα και τις περιμένουμε να μας καβαλήσουν και ν’ αρχίσουμε να τρέχουμε. Και τρέχουμε με όση δύναμη έχουμε, μέχρι κάποια στιγμή να εξαντληθούμε απ’ το βάρος.

Και δεν την κλείνουμε την πόρτα, γιατί δεν ξέρουμε άλλο τρόπο για να ζούμε.

Έτσι μεγαλώσαμε, έτσι έκαναν και οι γονείς μας, έτσι κάνουν όλοι γύρω μας.

Δεν ξέρουμε αλλιώς.

Ζούμε ανάμεσα σε δραστηριότητες που σπρώχνουν η μία την άλλη με μανία.

Το τηλέφωνο που χτυπάει, σπρώχνει την κατσαρόλα που είναι έτοιμη να ξεχειλίσει.

Το ωραίο θεατρικό που όλοι το ‘χουν δει εκτός από σένα, σπρώχνει την πρόσκληση του συναδέλφου για ποτό.

Η σφουγγαρίστρα σπρώχνει τη λεκάνη με τα ασιδέρωτα.

Το χριστουγεννιάτικο μεσημεριανό τραπέζι σπρώχνει τον απογευματινό καφέ που κανόνισες με τις φίλες σου.

Τόσα πολλά πράγματα, τόσες πολλές δράσεις σε διαλέγουν απ’ το πρωί που ξεκινάς. Δεν τις διαλέγεις εσύ, μην μπερδεύεσαι. Εσύ παραδομένη αφήνεσαι σ’ αυτές, κι αυτές σε πάνε όπου θέλουν. Οι πιο φωνακλάδικες, οι πιο φασαριόζες και οι πιο γυαλιστερές πάντα κερδίζουν.

Σταμάτα να δοξάζεις την πολυάσχολη ζωή σου

Όμως λέω από σήμερα, να κάνουμε μια αλλαγή, παρέα.

Το πρωί που θα ανοίξουμε την πόρτα και οι δραστηριότητες θα μας περιμένουν απ’ έξω με αγωνία, να μην τις αφήσουμε να χιμήξουν μέσα.

Να σηκώσουμε το ανάστημά μας, να τις κοιτάξουμε με έντονο βλέμμα, και να επιλέξουμε, αργά, με προσοχή και ηρεμία, αυτές που πραγματικά μας ταιριάζουν και μας κάνουν καλό. Να καλέσουμε μέσα αυτές που κρύβονται πίσω-πίσω, δειλές και μαραμένες γιατί τις έχουμε ξεχάσει εδώ και καιρό.

Και να αφήσουμε απ’ έξω αυτές που δεν μας κάνουν κι ας τις κάνουν όλοι, και να μη φοβόμαστε να λέμε όχι σε φίλους και γνωστούς, και να μην ντρεπόμαστε που έχουμε ανάγκη περισσότερο από το κάθετι στη ζωή μας λίγες στιγμές ηρεμίας, απλά να κάτσουμε σε μια καρέκλα και να κοιτάμε απ’ έξω τα σύννεφα που ταξιδεύουν στον ουρανό.

Σήμερα εγώ θα αφήσω έξω απ’ την πόρτα μου τα πολλά τηλεφωνήματα, και την αγχωμένη οδήγηση, και τα φρέσκα σεντόνια στα κρεβάτια, α, και το τσιμπιδάκι των φρυδιών.

Και θα καλέσω μέσα στο σπίτι μου ένα παλιό παιδικό ρολόι που ‘χει χαλάσει εδώ και χρόνια, κι έχουν οι δείκτες του κολλήσει στις 3 και δέκα το μεσημέρι. Θα το βάλω στον καρπό μου, και θα το φοράω παντού, κι ο χρόνος δε θα κυλά, και θα βγω να κάνω γύρους το τετράγωνο χωρίς να τους μετράω. Και δε θα ‘μαι πολυάσχολη σήμερα, παρά θα ‘μαι μια ευτυχισμένη, τρισευτυχισμένη αργόσχολη.

Και το ρολόι θα δείχνει πάντα 3 και δέκα.